ίνη


ίνη
ἴνη, ἡ (Α)
βλ. ίνα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἴνη — fem nom/voc sg (attic epic ionic) ἴ̱νη , ἰνάω carry off by evacuations imperf ind act 3rd sg (doric) ἰνάω carry off by evacuations pres imperat act 2nd sg (doric) ἴ̱νη , ἰνάω carry off by evacuations imperf ind act 3rd sg (epic doric ionic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -ίνη — κατάλ. πολλών χημικών όρων οι οποίοι αποτελούν αντιδάνειες λ. ή μεταφορές στην Ελληνική ξεν. όρων που εμφανίζουν κατάλ. ine < λατ. ina, θηλ. τής inus. Η καταλ. ίνη εμφανίζεται σε πολλές κατηγορίες, όπως: 1) στην εμπειρική ονομασία καύσιμων… …   Dictionary of Greek

  • τρανσφερ(ρ)ίνη — η, Ν (βιοχ.) πρωτεΐνη τού ορού τού αίματος η οποία μεταφέρει τρισθενή σίδηρο. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. transferrin < trans (< λατ. trans «πέρα, πάνω από κάτι») + λατ. ferrum «σίδηρος» + κατάλ. ίνη] …   Dictionary of Greek

  • πενικιλ(λ)ίνη — η (φαρμ.) αντιβιοτικό τής οικογένειας τών β λακταμών, το οποίο απομονώθηκε από προϊόντα που παράγουν διάφορα πενικίλλια και, γενικά, το αντιβιοτικό που είναι παράγωγο τού αμινοπενικιλλανικού οξέος. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. penicilline < λατ.… …   Dictionary of Greek

  • ροκ(κ)ελ(λ)ίνη — η, Ν χημ. οργανική ένωση, χρωστική ύλη που ανήκει στην κατηγορία τών αζωχρωμάτων, ανάλογη με την ερυθρά βαφή, η οποία εξάγεται από τους λειχήνες τού γένους ροκέλα …   Dictionary of Greek

  • ταν(ν)ίνη — η, Ν (βιοχ. χημ. τεχνολ.) συλλογική ονομασία ομάδας υποκίτρινων έως ανοικτόφαιων ουσιών σε μορφή σκόνης, φολίδων ή σπογγώδους μάζας, ευρύτατα διαδεδομένων σε φυτά, οι οποίες χρησιμοποιούνται, κυρίως, στη βυρσοδεψία, στη βαφή υφασμάτων, στην… …   Dictionary of Greek

  • φαινοξυμεθυλοπενικιλ(λ)ίνη — η, Ν (φαρμ.) πενικιλίνη ελάχιστα διαλυτή στο νερό, διαλυτή στην αιθυλική αλκοόλη και στην ακετόνη, ανθεκτική στην αδρανοποίηση από γαστρικούς παράγοντες, γεγονός που τήν καθιστά κατάλληλη για πρόσληψη από το στόμα, αλλ. πενικιλίνη V. [ΕΤΥΜΟΛ.… …   Dictionary of Greek

  • ναρκίσσινος — ινη, ο (Α ναρκίσσινος ίνη, ον) [νάρκισσος] αυτός που προέρχεται ή είναι φτειαγμένος από το φυτό νάρκισσος («ναρκίσσινον ἔλαιον», Διοσκ.) αρχ. αυτός που έχει το χρώμα τού ναρκίσσου («στολή ναρκισσίνη», πάπ.) …   Dictionary of Greek

  • πάρινος — ίνη, ον, Α [Πάρος] 1. μαρμάρινος 2. το ουδ. ως ουσ. τὰ πάρινα τα μάρμαρα …   Dictionary of Greek

  • πίλινος — ίνη, ον, Α [πίλος] κατασκευασμένος από πίλημα …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.